ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ

Την έβλεπα στα πόδια μου μπροστά γονατισμένη:
μου γύρευε ένα φίλημα. Τ’ αφράτα της τα στήθια
η πιθυμιά τα τράνταζε. Δειλή, κομματιασμένη
ανέβαινε η φωνούλα της απ’ της ψυχής τα βύθια.

Πουκάμισο αραχνόφαντο της σκέπαζε τα κάλλη
κ’ η σάρκα της διακρίνονταν σφιχτή, σφιχτή, ροδάτη,
να τρέμει μες στη θύμηση της ηδονής. Μια αγκάλη
ολάνοιχτη με πρόσμενε μυρόβολη, χιονάτη.

Την άκουγα κ’ εγέλαγα, μ’ αντίκριζε θλιμμένα.
Μα ξάφνου ανασηκώνεται, στα μάτια με κοιτάει,
και με γοργότη αφάνταστη — που κάτι είχε παρμένα
απ’ του σπαθιού το τράβηγμα — το ρούχο της πετάει.

Γυμνή, πανώρια, θεϊκή στεκότανε σιμά μου,
τα μάτια μου θαμπώθηκαν, επιάστηκε η φωνή μου,
και μου ‘πε ξαναπέφτοντας σα νεκρωμένη χάμου,
σε δυο λυγμούς ανάμεσα: «Σου δίνω το κορμί μου».

Και νιώθω τότε μέσα μου μια πάλη γιγαντένια:
οι πόθοι μ’ έσερναν εκεί, ν’ αρμέξω το φιλί της,
μα μια φωνή μου φώναζεν: «Αυτή ‘ναι τιποτένια
κ’ έχει πουλήσει σε πολλούς τ’ αμαρτωλό κορμί της».

Έριξα κι άλλη μια φορά στην όμορφη ένα βλέμμα
όλ’ όργητα, κάποια βρισιά μού ξέφυγε σπ’ το στόμα,
κ’ είπα (μα μέσα μου έβραζε από τον πόθο το αίμα):
«Της σάρκας σου δε γίνηκα προσκυνητής ακόμα!»

Advertisements
Posted in (1913-16) ΝΕΑΝΙΚΑ, Ποίηση | Σχολιάστε

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Απόψε σε φαντάζομαι λευκότερη απ’ τα κρίνα,
μες στο σκοτάδι το πηχτό. Σαν κάποια αγνή θεότη
στο μαύρο φόντο της νυχτιάς λαμποκοπάς. Μ’ αχτίνα
μοιάζεις που ο Φοίβος φεύγοντας λησμόνησε στα σκότη.

Ναι, σε θωρώ. Απ’ τον ουρανό ξεφεύγουνε τ’ αστέρια
και σαν πετράδια ατίμητα στολίζουν τα μαλλιά σου.
Ο Γαλαξίας άσπρο φως στα μάγουλα, στα χέρια
σού χύνει· μες στο γάλα του βουτά την ομορφιά σου.

Να και τα μαύρα μάτια σου! Τα βλέπω: σιγανοίγουν
εκεί ψηλά στη σκοτεινιά, μεγάλα, ογρά, θλιμμένα·
σαν δυο ποτάμια φωτερά τα βλέμματά μας σμίγουν:
εσύ κοιτάζεις μένανε κ’ εγώ κοιτάζω εσένα.

Από το στόμα σου φωνή δε βγαίνει, μα μου κραίνεις.
Τα δακρυσμένα μάτια σου: «Τραγουδιστή», μου λένε,
«μην τραγουδάς, κ’ είναι κοντά η μέρα που πεθαίνεις».
Αυτά μου λεν τα μάτια σου, τα μάτια σου που κλαίνε.

Posted in (1913-16) ΝΕΑΝΙΚΑ, Ποίηση | Σχολιάστε

ΘΕΙΑ ΖΩΓΡΑΦΙΑ

Και μέσα στο κατάλευκο σεντόνι
τ’ ασπρότερο κορμί Του ξεχωρίζει
σαν ήλιος που ένα σύννεφό του ζώνει
χιονάτο, κι όμως παντα πορφυρίζει.

Παρθένα τη ματιά Του γύρα απλώνει,
κ’ η τόση σκοτενιά, που πλημμυρίζει
μες στη σπηλιά κι όξω στον κόσμο, λιώνει
στο βλέμμα Του που, φλόγα, τη φλογίζει.

Η Μάνα Του, στης γέννας Της το στρώμα,
Το σφίγγει σαν παιδάκι Της στα στήθια
και σαν Θεό Το προσκυνάει ακόμα.

Αγγελουδιών ειρηνοφόρα πλήθια,
μ’ ευλάβεια σιγογέρνοντας μπροστά Του,
υμνούνε το γλυκάκουστο όνομά Του.

Posted in (1913-16) ΝΕΑΝΙΚΑ, Ποίηση | Σχολιάστε

ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Βαριά τα μαύρα κρέπια η νύχτα σέρνει
κ’ η πλάση μια θωριά θλιμμένη παίρνει.
Δεν πάει καιρός που μες από τα πλήθια
κάποιος πιστός ξεχώρισε. Κοντάρι
δεν άδραξε για να χτυπήσει στήθια
Θεού. Του δόθηκε η μεγάλη χάρη
Θεό να θάψει. Ο τάφος, να! Θλιμμένα
κανένας μπρος στο μάρμαρο δε γέρνει,
μα η πλάση κλαίει κ’ είναι όλα βουτηγμένα
στα κρέπια τα πηχτά που η νύχτα σέρνει.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Τα μαύρα κρέπια η μέρα τώρα σκίζει,
κι ο ήλιος χρυσαφένιος πορφυρίζει.
Ανοίγει ο τάφος. Γύρωθε πετάνε
αγγέλοι. Πέφτουν χάμου θαμπωμένοι
οι αντίχριστοι. Οι άγγελοι τραγουδάνε·
καθένας τους μιαν αρμονία υφαίνει
κ’ ένα όνειρο. Τα ζαφειρένια πλάτια
αχολογάνε. Ο ουρανός χωρίζει
να Τον δεχτεί στα αιθέρια του παλάτια
κ’ η μέρα όλο και μαύρα κρέπια σκίζει.

Posted in (1913-16) ΝΕΑΝΙΚΑ, Ποίηση | Σχολιάστε

ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΗ ΣΟΥ

Ω, τα χρυσά σου τα μαλλιά, που πέφτουνε
σ’ ένα λαιμό κρινόλευκο,
αχτίδες μού θυμίζουνε ολόλαμπρες
που στ’ άσπρο χιόνι χύνονται.

Και τη φωνή π’ αργοκυλά κρυστάλλινη
σαν μουσική αιθέρια,
ποια μούσα μαγεμένη σού τη χάρισε;
ποια ξωτική νεράιδα;

Τα δροσερά σου χείλη τα κεράσινα
π’ ανοίγουν σε χαμόγελο,
τι ηδονή όταν κολλούν στο στόμα μου
σ’ ένα φιλί ατέλειωτο!

Ω, δέξου με, γλυκιά μου, στην αγκάλη σου
που μοιάζει με παράδεισο,
και με το νέκταρ του φιλιού σου πότισε
τα διψασμένα χείλη μου.

Posted in (1913-16) ΝΕΑΝΙΚΑ, Ποίηση | Σχολιάστε

AD SOMNUM

Μυροβόλο προσμένει το κρεβάτι,
κι αυτή με τα χρυσόμαλλα λυμένα
στο κόνισμα τα χείλια δειλιασμένα
εκόλλησε από ευλάβεια γιομάτη.

Επέταξε τα ρούχα της. Ροδάτη,
μισόγυμνη ξεπρόβαλε η παρθένα
κι αστράψαν στο φεγγάρι ασημωμένα
τα κάλλη που θαμπώνουν κάθε μάτι.

Στα πούπουλα τ’ ανάλαφρα πλαγιάζει
κι από ηδονή — θαρρείς — ανατριχιάζει
στου σεντονιού το μεταξένιο χάδι.

Σαν έλθει το χρυσόνειρο, αγγελούδια
θα μαζωχτούνε γύρω της ομάδι,
στην παρθενιά να ψάλλουνε τραγούδια.

Posted in (1913-16) ΝΕΑΝΙΚΑ, Ποίηση | Σχολιάστε

Ο ΧΟΡΟΣ

Τα φώτα μες στη μυρωμένη κάμαρα
ξεχύνονται μυριόχρωμα
και γυναικών στο διάβα τους χαϊδεύουνε
αφρόστηθα βελούδινα.

Η πόλκα σαν ακούγεται γοργόρυθμη,
το κάθε τι ηλεκτρίζεται
και στο παρκέτο τα ζευγάρια ρίχνονται
σ’ ένα τρελό τρικύμισμα.

Τ’ άσπρα κορμάκια ξαναμμένα αφήνονται
στις αγκαλιές να γείρουνε
κ’ εκεί μες στων σαρκών το συναπάντημα
σβήνουν τους λάγνους πόθους τους.

Στην ηδονή τα μάτια σαν λιγώνουνε,
πέφτουν βαριά τα βλέφαρα
και της αγάπης η μουρμούρα πνίγεται
στις μουσικής της κύματα.

Σε μια στιγμή, σ’ ένα αγερένιο πήδημα,
μες στου χορού το πέταγμα,
δυο χείλια σμίγουνε, κι ανατριχιάζουνε
αγκαλιαστά δυο σώματα.

Posted in (1913-16) ΝΕΑΝΙΚΑ, Ποίηση | Σχολιάστε