ΣΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Μια μέρα ηλιόλουστη, μια λαμπερήν ημέρα,
απ’ τον αφρό του κύματος επρόβαλες θεά μου,
ερίγησες ηδονικά, στα χάδια του αγέρα
κι ανάλαφρα ξαπλώθηκες στο ακρογιάλι χάμου.

Τα κάλλη σου εζήλεψε κι ήλιος ακόμα
κι αχτίδες έστειλε χρυσές να παίξουνε μαζί σου.
Το βλέμμα έριξες εσύ τ’ αστραφτερό στο χώμα
κ’ η ηδονή ενάρκωσε το ώριο το κορμί σου.

Σ’ ηδυπαθείας πέλαγος, θεά μου, βουτηγμένη,
τη λάμψη των ματιώνε σου εσκόρπισες στη φύση
κι αυτή κατασκυθρώπασε και μένει θαμπωμένη —
θαρρείς πως κάθε ομορφιά στον κόσμο θε να σβήσει.

Όπου περνάς κι όπου σταθείς το γέλιο σου σκορπίζεις
π’ ακοίμητους τους πόθους σου τους λάγνους φανερώνει,
απλόχερα τα θέλγητρα, τις χάρες μάς χαρίζεις —
κι από τα δώρα σου αυτά κάθε κακό φυτρώνει.

Advertisements
This entry was posted in (1913-16) ΝΕΑΝΙΚΑ, Ποίηση. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s